Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Της Απόκρεω Έθιμα και Παραδόσεις


Θα πρέπει μήπως να απορρίψουμε τις διδασκαλίες και τις παραδόσεις των προγόνων μας; Όλα αυτά είναι μέσα στις καρδιές μας. Με αυτά ζούμε και γεννιόμαστε. Με αυτά ανατρεφόμαστε από μικρά παιδιά. Είναι η παιδεία μας. Είναι το υφάδι του στοχασμού μας, το θεμέλιο της προσευχής μας. [Hersch, J. (1968). «Le droit dtre un homme», UNESCO.] Τα χωριάτικα έθιμα υπερισχύουν των βασιλικών διαταγμάτων. (παροιμία του Βιετνάμ)

Σεβόμενοι το παρελθόν, με διάθεση για γλέντι και χορό στο παρόν, βάζουμε το μάτι στην κλειδαρότρυπα του χρόνου και κρυφά κοιτούμε να ξετυλίγεται, με κέφι, το κουβάρι της Αποκριάς:

Στην εκκλησιαστική ορολογία, η λέξη Αποκριά (απόκρεω) σημαίνει την τελευταία ημέρα της κρεοφαγίας πριν από την περίοδο της νηστείας. Ανάλογη με την ελληνική λέξη Αποκριά είναι και η λατινική λέξη Καρναβάλι (Carneval, Carnevale, από τις λέξεις Carne=κρέας και Vale=περνάει). Έτσι, στο πλαίσιο της Εκκλησίας, πρόκειται για εκείνες τις ημέρες που προηγούνται των τεσσάρων μεγάλων νηστειών (Τεσσαρακονθήμερου, Μεγάλης Σαρακοστής, Αγίων Αποστόλων και Δεκαπενταύγουστου). Κυρίως όμως η Αποκριά συμπίπτει με τη Β’ Κυριακή πριν από την έναρξη της Μ. Σαρακοστής, οπότε και αρχίζει να ισχύει η αποχή από το κρέας. Ο λαός με τη λέξη Αποκριά αναφέρεται σε ολόκληρο το διάστημα των τριών τελευταίων εβδομάδων πριν την Καθαρά Δευτέρα, το οποίο αποκαλείται συνήθως και Τριώδιο (την Α’ Κυριακής εγκαινιάζεται η χρήση του εκκλησιαστικού βιβλίου Τριώδιον). Μόνο οι Καθολικοί και οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί γνωρίζουν τις απόκριες, ενώ στην προτεσταντική βόρεια Ευρώπη δεν υπάρχουν.

Η Νεοελληνική  αγροτική Αποκριά συγκαταλέγεται στις γιορτές και ιεροτελεστίες με φανερή παγανιστική αγροτική προέλευση. Σε μια κρίσιμη καμπή του χρόνου, στο πέρασμα από τον χειμώνα στην άνοιξη, οι άνθρωποι πανηγύριζαν την ετήσια αναγέννηση του κόσμου με αυτές τις προεαρινές τελετουργίες και το ξέφρενο ξέσπασμα χαράς.

Η Αποκριά, όπως περίπου διαμορφώθηκε στους βυζαντινούς χρόνους, περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα παμπάλαιων εθίμων, η φιλοσοφία των οποίων εστιάζεται στην ιδέα της ανατροπής της τάξης του κόσμου, στην αμφισβήτηση αξιών και ιεραρχίας, στην κατάργηση ορίων και καθιερωμένων νόμων.

Η Αποκριά αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικότερες γιορτές του έτους, για την ιδιοτυπία των εθίμων που συνδέονται μαζί της. Κατά τους λαογράφους τα έθιμα αυτά είναι δυνατόν να ανιχνευθούν στις περίφημες αρχαίες εθνικές γιορτές των «Κρονίων», των «Διονυσίων», των ρωμαϊκών «Λουμπερκαλίων» και των «Σατουρναλίων» και, κατά τους νεότερους χρόνους στις γιορτές των μασκοφόρων της Ρώμης, της Φλωρεντίας και ιδιαίτερα της Βενετίας, ή ακόμη στις ανάλογες της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.

Η Α’ εβδομάδα της Αποκριάς είναι γνωστή  ως «Απολυτή» ή «Προφωνή», όπου σταματούσε η καθιερωμένη νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής. Η Β΄ εβδομάδα είναι γνωστή ως «Κρεατινή», όπου ισχύουν οι νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής, ενώ την Κυριακή της Απόκρεω το τραπέζι περιλαμβάνει κρέας για τελευταία φορά πριν το Πάσχα. Επίσης χαρακτηριστική και εορτάσιμη είναι και η Πέμπτη της εβδομάδος αυτής, η γνωστή Τσικνοπέμπτη. Η Γ’ και τελευταία εβδομάδα καλείται «Τυρινή», όπου τα γαλακτοκομικά έχουν τον κύριο λόγο.

Τα παλαιότερα χρόνια, όταν ακόμη δεν είχε κυριαρχήσει ο αστικός τρόπος ζωής, οι μέρες της Αποκριάς προσλάμβαναν  ένα ιδιαίτερο λαϊκό χρώμα. Στο πλαίσιο του παραδοσιακού πανηγυρισμού, οι άντρες μεταμφιέζονταν σε γυναίκες και το αντίστροφο, τα παιδιά άναβαν μεγάλες φωτιές στους δρόμους (κλαδαριές, μπουμπούνες, φανοί), γινόταν η περιφορά με το γαϊτανάκι και την καμήλα, ενώ όμιλοι χορευτών γυρνούσαν στις συνοικίες σκορπίζοντας το κέφι.

Σε πολλά χωριά της Ελλάδος και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, υπήρχε η συνήθεια να σφάζουν την Α΄ εβδομάδα του Τριωδίου τη λεγόμενη «απολυτή». Το έθιμο ήθελε ένα χοίρο, στο στήθος του οποίου χάραζαν έναν σταυρό και έβαζαν πάνω στις σχισμές τρία αναμμένα κάρβουνα και λιβάνι. Ύστερα έτρωγαν ένα ψημένο κομμάτι και εύχονταν ο ένας στον άλλο «χρόνια πολλά».  Μάλιστα, τα παιδιά έτρωγαν το βρασμένο συκώτι του χοίρου, γιορτάζοντας έτσι τη λεγόμενη «γουρνοχοιρά».

Σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας ήταν διαδεδομένα τα κοινά συμπόσια. Συνήθως γίνονταν στο σπίτι του πρεσβύτερου, από τον οποίο οι παρακαθήμενοι ζητούσαν συγνώμη πριν αρχίσουν το χορό και το φαΐ. Στην Πελοπόννησο, ανάμεσα στους πρεσβύτερους και στους συμποσιαστές γινόταν και ο τυπικός διάλογος: «Εφάγατε;», έλεγαν οι πρώτοι. «Εφάγαμε», απαντούσαν οι άλλοι. Και στη συνέχεια: «Εχορτάσατε;» - «Εχορτάσαμε». Ως κατακλείδα οι πρεσβύτεροι εύχονταν τρεις φορές: «Πάντα χορτασμένοι να είστε!».

Τις ημέρες της Αποκριάς αναβίωναν διάφορες προλήψεις και δεισιδαιμονίες, ψέλνονταν εύθυμα και πολλές φορές άσεμνα τραγούδια, γίνονταν εικονικές δίκες και επικρατούσε ένα γενικό ξεφάντωμα, μια γενική ευωχία. Στην Κεφαλονιά «το Γαϊτανάκι του Μάσκαρα» με προσωπίδες, κουδούνια και άλλες μασκαρίες, συνοδευόταν από σκορτσάμπουνο και άλλα όργανα με χορούς, πειρακτικές παρλάτες  και παράσταση (π.χ. με σκηνές από τον «Ερωτόκριτο» και υποκριτές τους κατοίκους των χωριών). Ανάλογη ήταν η Αποκριά σε όλα τα Επτάνησα, με συμποσιαστές όλους τους χωριανούς και κορυφαίο το «Ραβδούχο Ματζαδόρο ή Μπουλούμπαση», αγγελιοφόρο της πομπής των μασκαρεμένων. Η Ζάκυνθος εμπλούτισε την Αποκριά με μεγάλη αυτοσχέδια προφορική παράδοση των τοπικών θεατρικών δρώμενων, των λεγόμενων Ζακυνθινών ομιλιών. Η Μυτιλήνη είχε τη δική της μεγάλη παράδοση με τις μουτσούνες, τους κουδουνάτους θιάσους που ελευθεροστομούσαν, αλλά έπαιζαν και σκηνές του «Ερωτόκριτου», της «Θυσίας του Αβραάμ» και άλλων δραμάτων.

Με τις γιορτές αυτές εξασφαλίζονταν κατά κάποιο τρόπο η δυνατότητα της υπέρβασης των κοινωνικών διακρίσεων και προσφερόταν η ευκαιρία της πηγαίας και αδέσμευτης από τις κοινωνικές συμβάσεις έκφρασης  των υποσυνείδητων επιθυμιών, η πραγματοποίηση μιας αμεσότερης και αυθεντικότερης επαφής ανάμεσα στα μέλη της κοινωνικής ομάδας.

Στις μέρες μας από τα μεγαλύτερα κέντρα τέτοιου ξεφαντώματος είναι η Πάτρα με το περιβόητο «Πατρινό Καρναβάλι», που έχει τις ρίζες του στις αρχές του 19ου αιώνα. Πρόκειται για το μεγαλύτερο καρναβάλι της Ελλάδας με διάρκεια δύο μηνών όπου και τη τελευταία Κυριακή της αποκριάς γίνεται παρέλαση αρμάτων με επικεφαλής το ομοίωμα του θεού της αποκριάς του «Καρνάβαλου» και ακολουθία διάφορων άλλων έξυπνων μασκαρεμάτων, με τη συμμετοχή χιλιάδων καρναβαλιστών και πλήθους επισκεπτών. Ακολουθεί η Ξάνθη με το ξακουστό πλέον «Ξανθιώτικο Καρναβάλι», που γίνεται πόλος έλξης αφού έχει το μεγαλύτερο καρναβάλι των Βαλκανίων με πολλά λαογραφικά στοιχεία.  Στη συνέχεια η Θήβα με τον περίφημο «Βλάχικο Γάμο» της, που αρχίζει από την Τσικνοπέμπτη και αποτελείται από το προξενιό, το γάμο δυο νέων και τελειώνει με την πορεία των προικιών της νύφης και το γλέντι των συμπεθέρων. Έπειτα στην Κοζάνη γίνεται «το Έθιμο του Φανού», κατά το οποίο φωτιές και υπαίθρια γλέντια στήνονται σε διάφορες γειτονιές της πόλης. Παράλληλα, ένα από τα πιο φημισμένα παραδοσιακά καρναβάλια στον ελλαδικό χώρο είναι αυτό της Νάουσας Ημαθίας, με τις περιβόητες «Μπούλες». Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και πιθανότατα έχει σχέση με τελετές φυλετικής μύησης όπως η τελετή ενηλικίωσης κατά την οποία ο νέος, ντυμένος με γυναικεία ρούχα και οδηγούμενος από ανύπανδρους άντρες της φυλής, θα μυηθεί με τη σειρά του στα μυστικά της, θα αποβάλλει τη γυναικεία ενδυμασία και θα μεταμορφωθεί σε άνδρα. Σήμερα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στη μακραίωνη ιστορία του το έθιμο μεταπλάθει και παράλληλα ενσωματώνει στα επί μέρους στοιχεία του, την τοπική παράδοση, τους μύθους, τους θρύλους, τα τραγούδια και τους ηρωικούς αγώνες της Νάουσας. Γενικότερα, σε όλη την Ελλάδα, άνθρωποι μεταμφιεσμένοι, μικροί και μεγάλοι, γυρνούν στους δρόμους, μπαίνουν στα κέντρα, πίνουν, χορεύουν, πειράζονται και γλεντούν.

Τέλος, σήμερα, πέρα από τα έθιμα και τις παραδόσεις, το φετινό Ελληνικό Καρναβάλι έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μασκαράτα όλων των εποχών. Το θερμόμετρο της αντοχής και της ανοχής χτύπησε κόκκινο. Οι μάσκες λιώνουν. Το πολιτικό σύστημα, το δημόσιο γίγνεσθαι και οι θεσμοί καταρρέουν. Πίστη, εμπιστοσύνη, όραμα… Αστείες Λέξεις - Ανύπαρκτες Έννοιες. Δεν υπάρχουν Ηγέτες. Μόνο ένας λαός, εγκαταλελειμμένος καρναβαλιστής, που παραδέρνει στην αιθαλομίχλη. Να και κάποιοι τολμηροί! Παίζουν το σκετς της «Ανάπτυξης»… Δικαίωμα σε μια Καλή και Μακρότερη Ζωή!

Σίσσυ Σιγιουλτζή-Ρουκά 
HMKTG DMCULCOM CONS - WRIT
το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε 12/03/2013 στο www.neopolis.gr