Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

ΜΙΛΑΩ ΕΛΛΗΝΙΚΑ!


Όλα καλά κι όλα ωραία! Να ντύνομαι, να τρώω, να κάνω τουρισμό. Ποιος δεν το θέλει; Πράγματα και ανάγκες που κοστίζουν και που πρέπει να πληρώσω, δηλαδή να έχω λεφτά και άρα δουλειά για να μπορώ να τα αποκτήσω. Κι αν είναι Ελληνικά, ακόμα καλύτερα! Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι και μπαλωμένο… Ξεχνώ όμως αυτό που δεν κοστίζει σε  χρήμα, το σπουδαιότερο από όλα, τη βάση για να είμαι σε θέση να εκτιμήσω όλα τα άλλα: την Ελληνική μου Γλώσσα. Αυτή την οποία υπηρετεί η Ελληνική Δωρεάν Παιδεία και Εκπαίδευση, τα σχολεία μας, τα πανεπιστήμια μας. Η γλώσσα της γης μας, των προγόνων μας, του λαού μας. Κάποτε οι έννοιες Ελλάδα, Έλληνες, Ελληνική Γλώσσα, Ορθοδοξία, Ελληνική Σημαία, Εθνικός Ύμνος, Δημοκρατία, Ελευθερία ήταν ένα και το αυτό, περήφανες, είχαν νόημα και σημασία. Σήμερα, στο βωμό της παγκοσμιοποίησης, πασχίζουμε όλοι να γίνουμε πολίτες του κόσμου με κάθε αντάλλαγμα. Κι όμως, η αρμονία βρίσκεται στη διαφορετικότητα, στο να συνυπάρχουν στη γη φυλές, λαοί, έθνη, χώρες, πατρίδες, γλώσσες, θρησκείες, κουλτούρες, άνθρωποι που ζουν και προοδεύουν με αλληλοσεβασμό, ειρήνη, συνεργασία, τιμώντας τις ρίζες, τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμά τους. Αυτός είναι ο πλούτος των λαών, αξίζει να τον ζεις, να τον διαβάζεις, να τον θαυμάζεις, να τον εκτιμάς. Μέσα από την μαγική αυτή ποικιλία, τρέφεται η ελεύθερη έκφραση  και  καλλιεργείται η κριτική αντίληψη.  

Εδώ και χρόνια, στην Ελλάδα μας, είναι της μόδας, πριν ακόμα τα παιδιά μας αποκτήσουν ένα βασικό, ορθό λεξιλόγιο στα Ελληνικά (προφορικός και  γραπτός λόγος), να τα στέλνουμε να μάθουν ξένες γλώσσες. Φροντιστήρια, ιδιαίτερα, εξετάσεις, πτυχία.... Πόσοι Έλληνες γονείς δείχνουν τον ίδιο ζήλο στο να μάθουν τα παιδιά τους τη μητρική τους γλώσσα, την Ελληνική; Να μάθουν να μιλούν, να γράφουν, να σκέπτονται, να ζουν, να εκτιμούν ΕΛΛΗΝΙΚΑ;

Είναι της μόδας κι ένα άλλο φαινόμενο, στο  οποίο και πάλι εμείς, εδώ στην Ελλάδα, είμαστε πρωτοπόροι. Έχουμε εκλεκτούς Έλληνες κλασσικούς, διακεκριμένους αλλά και σύγχρονους σημαντικούς και ικανούς συγγραφείς, λογοτέχνες, ποιητές τους οποίους απαξιούμε να διαβάσουμε, να εκδώσουμε, αλλά και να προβάλλουμε στο εξωτερικό. Αντιθέτως, με μανία διαβάζουμε ξένους συγγραφείς σε μετάφραση, κάνουμε ήρωες στη χώρα μας ξένους συγγραφείς που στην ίδια τους την πατρίδα θεωρούνται ανεπαρκείς και πάει λέγοντας… να μην αναφερθώ σε έλληνες σκηνοθέτες, καλλιτέχνες κ.ο.κ. Η τρέλα και η ξενομανία μας δεν έχει όρια!

Με αφορμή την οικονομική συγκυρία που μας περιβάλλει και την κρίση που έχει επέλθει στα νοικοκυριά μας,  είναι ευκαιρία να αντικρίσουμε κατάματα και την άλλη κρίση, αυτή που εδώ και χρόνια έχει ξετινάξει τις αξίες, τα κειμήλια και τις παραδόσεις μας. Ίσως τελικά, έστω και αργά καταλάβουμε ότι εμείς φταίμε που φτάσαμε ως εδώ, γιατί εμείς εγκαταλείψαμε τη γλώσσα, την ιστορία και τον πολιτισμό μας. Ας εκμεταλλευτούμε τις μέρες αυτές, που η ανέχεια και η εγκράτεια μας θέλει να ζούμε περιορισμένα, ας γραφτούμε σε κάποια δημοτική βιβλιοθήκη, ας δανειστούμε βιβλία, και ας καθίσουμε στο σπίτι με ζήλο, δίπλα στο παράθυρο, να διαβάσουμε ΕΛΛΗΝΙΚΑ για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας… Μιλάω, διαβάζω, ακούω, σκέφτομαι, επικοινωνώ, ζω και αγωνίζομαι ΕΛΛΗΝΙΚΑ!

Κλείνοντας, σας αφήνω να σκεφθείτε πάνω σε ένα κείμενο που βρήκα στο διαδίκτυο, σχετικά με τη σημασία της γλώσσας στην επιβίωση ενός λαού. Αξίζει να το διαβάσει ο καθένας με τη γλώσσα, τα μάτια και τ’ αυτιά του, να σταθεί, να σκεφθεί, με πολλά να συμφωνήσει, μ’ άλλα να διαφωνήσει, μα στο τέλος να καταλήξει παραδεχόμενος ότι η γλώσσα είναι παράγων και φορέας πολιτισμού. Κι εμείς οι Έλληνες, τύχη μεγάλη, είμαστε προικισμένοι με τη γλώσσα των γλωσσών, την μητρική των σύγχρονων και των παλαιών!

«Πρόσεξε, αγαπητό μου τέκνο, τη γλώσσα όπως την πατρίδα σου. Μια λέξη μπορεί να χαθεί, όπως μια πόλη, όπως η χώρα, όπως η ψυχή. Τι γίνεται όμως όταν ο λαός χάνει τη γλώσσα, τη χώρα, την ψυχή του; 

Μην πιάνεις ξένη λέξη στο στόμα σου. Αν πιάσεις ξένη λέξη στο στόμα σου, να ξέρεις ότι δεν την κατέκτησες, αλλά ότι αποξενώθηκες από τον εαυτό σου. Καλύτερα είναι για σένα να χάσεις τη μεγαλύτερη και την ισχυρότερη πόλη της χώρας σου, παρά την πιο μικρή και την πιο άγνωστη λέξη της γλώσσας σου. 

Οι χώρες και τα κράτη δεν κατακτώνται μόνο με τα σπαθιά, αλλά και με τις γλώσσες. Να ξέρεις ότι ο εχθρός σ’ έχει τόσο περισσότερο κυριεύσει και κατακτήσει, όσο σου έχει σβήσει τις λέξεις και τις έχει εξαφανίσει.

Ένας λαός που έχει χάσει τις λέξεις του παύει να είναι λαός.

Υπάρχει, τέκνο μου, μια αρρώστια που ενσκήπτει στη γλώσσα, όπως μια επιδημία στο σώμα. Θυμάμαι τέτοιες επιδημίες και εφιάλτες της γλώσσας. Αυτό συμβαίνει συχνότατα στα χείλη του λαού, στις επαφές ενός λαού μ’ έναν άλλον, εκεί όπου η γλώσσα ενός λαού σβήνει εξ αιτίας της γλώσσας ενός άλλου λαού.

Δύο λαοί, αγαπημένε μου, μπορούν να υπάρχουν και να ζουν εν ειρήνη. Δύο γλώσσες όμως δεν μπορούν ποτέ να ειρηνεύσουν. Δύο λαοί μπορούν να ζήσουν με τη μεγαλύτερη ειρήνη και αγάπη, αλλά οι γλώσσες τους μόνο να μάχονται μεταξύ τους μπορούν. Όποτε δύο γλώσσες συναντώνται και αναμειγνύονται, είναι σαν δυο στρατοί σε μάχη ζωής και θανάτου. Όσο σ’ αυτήν τη μάχη ακούγεται και η μία και η άλλη γλώσσα, η μάχη είναι ισόπαλη. Όταν αρχίζει όλο και περισσότερο και όλο πιο δυνατά ν’ ακούγεται μία από τις δύο, αυτή θα υπερισχύσει. Τελικά ακούγεται μόνο μία. Η μάχη έχει ολοκληρωθεί. Έχει εξαφανιστεί μια γλώσσα, έχει εξαφανιστεί ένας λαός. 

Μάθε, παιδί μου, ότι αυτή η μάχη ανάμεσα στις γλώσσες δεν διαρκεί μία μέρα ή δύο, όπως η μάχη ανάμεσα στους στρατούς, ούτε μία ή δύο χρονιές, όπως ο πόλεμος ανάμεσα στους λαούς, αλλά έναν αιώνα ή δύο, και ότι για τη γλώσσα είναι το ίδιο ένα μικρό μέτρο χρόνου, όπως για τον άνθρωπο μία ή δύο στιγμές. Γι’ αυτό, τέκνο μου, είναι καλύτερα να χάσεις όλες τις μάχες και τους πολέμους, παρά να χάσεις τη γλώσσα σου. Μετά από μια χαμένη γλώσσα δεν υπάρχει λαός.

Ο άνθρωπος μαθαίνει τη γλώσσα του σε μια χρονιά. Δεν την ξεχνάει όσο είναι ζωντανός. Ο λαός δεν την ξεχνάει όσο υπάρχει. Την ξένη γλώσσα ο άνθρωπος τη μαθαίνει επίσης σε μια χρονιά. Τόσο του επιτρέπεται ν’ απαρνηθεί τη γλώσσα του και  ν’ αρπάξει την ξένη. Αγαπητό μου τέκνο, αυτό είναι τούτη η επιδημία και η καταστροφή της γλώσσας, όταν ένας-ένας οι άνθρωποι αρχίζουν ν’ απαρνούνται τη γλώσσα τους και ν’ αρπάζουν την ξένη, είτε τους είναι για καλύτερο, είτε εφιάλτης.

Κι εγώ, τέκνο μου, μεταχειρίστηκα στις εκστρατείες μου τη γλώσσα σαν το πιο επικίνδυνο όπλο. Κι εγώ άφησα επιδημίες κι εφιάλτες στις γλώσσες τους μπροστά από […….; λέξη δυσανάγνωστη στο χειρόγραφο] μου. Κατά τις πολιορκίες και πολύ μετά έστειλα τσομπάνηδες, χωριάτες, τεχνίτες και νομάδες να πλημμυρίσουν τις πόλεις και τα χωριά τους σαν υπηρέτες, δούλοι, έμποροι, ληστές, πόρνοι και πόρνες. Οι πολέμαρχοί μου και οι […….; λέξη δυσανάγνωστη στο χειρόγραφο] έφτασαν στο μισό της κατακτημένης χώρας και των πόλεων. Περισσότερο κατέκτησα τα βασίλεια με τη γλώσσα παρά με το ξίφος.

Πρόσεξε, τέκνο μου, τους αλλόγλωσσους. Έρχονται απαρατήρητοι, δεν ξέρεις πότε και πώς. Σου υποκλίνονται και σου κρύβονται σε κάθε βήμα. Κι επειδή δεν ξέρουν τη γλώσσα σου, σε κολακεύουν και σε καλοπιάνουν, όπως το κάνουν τα σκυλιά. Ποτέ μ’ αυτούς δεν ξέρεις τι σκέφτονται, ούτε μπορείς να ξέρεις, διότι συνήθως σιωπούν. Αυτοί είναι που έρχονται πρώτοι να ανιχνεύσουν πώς είναι η κατάσταση και προδίδουν στους άλλους, και να τους μπροστά σου να έρπουν μέσ’ στη νύχτα σε αδιάσπαστες σειρές, σα μυρμήγκια όταν βρίσκουν τροφή. Μια μέρα ξημερώνεις περικυκλωμένος από ένα σωρό αλλόγλωσσους απ’ όλες τις πλευρές.

Γίνονται όλο πιο θορυβώδεις κι εκκωφαντικοί. Τώρα δεν παρακαλούν πια, ούτε ζητιανεύουν, αλλά απαιτούν και αρπάζουν. Κι εσύ μένεις στη δική σου χώρα, που είναι όμως πια ξένη. Δεν έχεις άλλη λύση από το να τους διώξεις ή να φύγεις, ό,τι σου φαίνεται πιο εφικτό.

Σε μια χώρα που την κατακτούν έτσι οι αλλόγλωσσοι, δεν πρέπει να στείλει κανείς στρατό. Ο στρατός τους φτάνει εκεί να πάρει ό,τι κατέκτησε ήδη η γλώσσα.

 Η γλώσσα είναι, τέκνο μου, ισχυρότερη από οποιαδήποτε έπαλξη. Όταν οι εχθροί σού γκρεμίζουν όλες τις επάλξεις και τα κάστρα, εσύ μην απελπίζεσαι, αλλά κοίτα και άκου τι γίνεται με τη γλώσσα. Αν η γλώσσα έχει παραμείνει ανέπαφη, μη φοβάσαι. Στείλε κατασκόπους και εμπόρους να πάνε βαθειά μέσ’ στα χωριά και τις πόλεις και ν’ ακούνε. Εκεί όπου αντηχεί η λέξη μας, εκεί όπου ακόμη ο λόγος και όπου ακόμη, σαν παλιό χρυσό νόμισμα, κυκλοφορεί η λέξη μας, μάθε, τέκνο μου, ανεπιφύλακτα ότι αυτό είναι ακόμη το κράτος μας, όποια και να ’ναι η κυβέρνησή του. Οι τσάροι αλλάζουν, τα κράτη καταρρέουν, αλλά η γλώσσα και ο λαός είναι αυτά που σου μένουν, κι έτσι το κατακτημένο μέρος της χώρας και του λαού αργά ή γρήγορα θα επιστρέψει πάλι στη γλωσσική του κοιτίδα και στον λαό των προγόνων του. 

Να θυμάσαι, τέκνο μου, ότι κάθε κατάκτηση και απώλεια δεν είναι τόσο επικίνδυνη για τον λαό, όσο είναι επικίνδυνη για τη γενιά. Αυτές μπορούν να βλάψουν μόνο μια γενιά, αλλά όχι ένα λαό. Ο λαός αντέχει περισσότερο στον χρόνο, τέκνο μου, από τη γενιά και από κάθε κράτος. Αργά ή γρήγορα ο λαός θα ενωθεί, όπως το νερό, μόλις το χωρίζουν τα φράγματα που το διασπούν. Και η γλώσσα, τέκνο μου, η γλώσσα είναι τούτο το νερό, πάντοτε ίδιο και από τις δυο πλευρές του φράγματος, που -σα γαλήνια και ισχυρή δύναμη που διαβρώνει τα φράγματα- θα ενώσει πάλι τον λαό σε μια πατριά και ένα κράτος.» 1

1. Το ανωτέρω ιστορικό κείμενο, λέγεται ότι άφησε στο γιο του Σάββα, ως διδακτική παρακαταθήκη, ο Άγιος Συμεών o Χιλανδαρινός (ο Μυροβλήτης, κοσμικό όνομα  Στέφανος Νεμάνια, 1113 - 1199), μέγας Ζουπάνος της Ράσκας (Μεσαιωνική Σερβία), δημιουργός ισχυρού μεσαιωνικού Σερβικού κράτους και ιδρυτής της μεγάλης δυναστείας των Νεανίδων. Θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς Σέρβους ηγεμόνες και μαζί με το γιο του Σάββα είναι θεμελιωτής της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η περίοδος της ηγεμονίας του θεωρείται η σημαντικότερη για την ιστορία και τον πολιτισμό των Σέρβων.

Σίσσυ Σιγιουλτζή-Ρουκά
HMKTG DMCULCOM CONS - WRIT

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε  26/02/2013 στο www.neopolis.gr