Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Της Απόκρεω Έθιμα και Παραδόσεις


Θα πρέπει μήπως να απορρίψουμε τις διδασκαλίες και τις παραδόσεις των προγόνων μας; Όλα αυτά είναι μέσα στις καρδιές μας. Με αυτά ζούμε και γεννιόμαστε. Με αυτά ανατρεφόμαστε από μικρά παιδιά. Είναι η παιδεία μας. Είναι το υφάδι του στοχασμού μας, το θεμέλιο της προσευχής μας. [Hersch, J. (1968). «Le droit dtre un homme», UNESCO.] Τα χωριάτικα έθιμα υπερισχύουν των βασιλικών διαταγμάτων. (παροιμία του Βιετνάμ)

Σεβόμενοι το παρελθόν, με διάθεση για γλέντι και χορό στο παρόν, βάζουμε το μάτι στην κλειδαρότρυπα του χρόνου και κρυφά κοιτούμε να ξετυλίγεται, με κέφι, το κουβάρι της Αποκριάς:

Στην εκκλησιαστική ορολογία, η λέξη Αποκριά (απόκρεω) σημαίνει την τελευταία ημέρα της κρεοφαγίας πριν από την περίοδο της νηστείας. Ανάλογη με την ελληνική λέξη Αποκριά είναι και η λατινική λέξη Καρναβάλι (Carneval, Carnevale, από τις λέξεις Carne=κρέας και Vale=περνάει). Έτσι, στο πλαίσιο της Εκκλησίας, πρόκειται για εκείνες τις ημέρες που προηγούνται των τεσσάρων μεγάλων νηστειών (Τεσσαρακονθήμερου, Μεγάλης Σαρακοστής, Αγίων Αποστόλων και Δεκαπενταύγουστου). Κυρίως όμως η Αποκριά συμπίπτει με τη Β’ Κυριακή πριν από την έναρξη της Μ. Σαρακοστής, οπότε και αρχίζει να ισχύει η αποχή από το κρέας. Ο λαός με τη λέξη Αποκριά αναφέρεται σε ολόκληρο το διάστημα των τριών τελευταίων εβδομάδων πριν την Καθαρά Δευτέρα, το οποίο αποκαλείται συνήθως και Τριώδιο (την Α’ Κυριακής εγκαινιάζεται η χρήση του εκκλησιαστικού βιβλίου Τριώδιον). Μόνο οι Καθολικοί και οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί γνωρίζουν τις απόκριες, ενώ στην προτεσταντική βόρεια Ευρώπη δεν υπάρχουν.

Η Νεοελληνική  αγροτική Αποκριά συγκαταλέγεται στις γιορτές και ιεροτελεστίες με φανερή παγανιστική αγροτική προέλευση. Σε μια κρίσιμη καμπή του χρόνου, στο πέρασμα από τον χειμώνα στην άνοιξη, οι άνθρωποι πανηγύριζαν την ετήσια αναγέννηση του κόσμου με αυτές τις προεαρινές τελετουργίες και το ξέφρενο ξέσπασμα χαράς.

Η Αποκριά, όπως περίπου διαμορφώθηκε στους βυζαντινούς χρόνους, περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα παμπάλαιων εθίμων, η φιλοσοφία των οποίων εστιάζεται στην ιδέα της ανατροπής της τάξης του κόσμου, στην αμφισβήτηση αξιών και ιεραρχίας, στην κατάργηση ορίων και καθιερωμένων νόμων.

Η Αποκριά αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικότερες γιορτές του έτους, για την ιδιοτυπία των εθίμων που συνδέονται μαζί της. Κατά τους λαογράφους τα έθιμα αυτά είναι δυνατόν να ανιχνευθούν στις περίφημες αρχαίες εθνικές γιορτές των «Κρονίων», των «Διονυσίων», των ρωμαϊκών «Λουμπερκαλίων» και των «Σατουρναλίων» και, κατά τους νεότερους χρόνους στις γιορτές των μασκοφόρων της Ρώμης, της Φλωρεντίας και ιδιαίτερα της Βενετίας, ή ακόμη στις ανάλογες της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.

Η Α’ εβδομάδα της Αποκριάς είναι γνωστή  ως «Απολυτή» ή «Προφωνή», όπου σταματούσε η καθιερωμένη νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής. Η Β΄ εβδομάδα είναι γνωστή ως «Κρεατινή», όπου ισχύουν οι νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής, ενώ την Κυριακή της Απόκρεω το τραπέζι περιλαμβάνει κρέας για τελευταία φορά πριν το Πάσχα. Επίσης χαρακτηριστική και εορτάσιμη είναι και η Πέμπτη της εβδομάδος αυτής, η γνωστή Τσικνοπέμπτη. Η Γ’ και τελευταία εβδομάδα καλείται «Τυρινή», όπου τα γαλακτοκομικά έχουν τον κύριο λόγο.

Τα παλαιότερα χρόνια, όταν ακόμη δεν είχε κυριαρχήσει ο αστικός τρόπος ζωής, οι μέρες της Αποκριάς προσλάμβαναν  ένα ιδιαίτερο λαϊκό χρώμα. Στο πλαίσιο του παραδοσιακού πανηγυρισμού, οι άντρες μεταμφιέζονταν σε γυναίκες και το αντίστροφο, τα παιδιά άναβαν μεγάλες φωτιές στους δρόμους (κλαδαριές, μπουμπούνες, φανοί), γινόταν η περιφορά με το γαϊτανάκι και την καμήλα, ενώ όμιλοι χορευτών γυρνούσαν στις συνοικίες σκορπίζοντας το κέφι.

Σε πολλά χωριά της Ελλάδος και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, υπήρχε η συνήθεια να σφάζουν την Α΄ εβδομάδα του Τριωδίου τη λεγόμενη «απολυτή». Το έθιμο ήθελε ένα χοίρο, στο στήθος του οποίου χάραζαν έναν σταυρό και έβαζαν πάνω στις σχισμές τρία αναμμένα κάρβουνα και λιβάνι. Ύστερα έτρωγαν ένα ψημένο κομμάτι και εύχονταν ο ένας στον άλλο «χρόνια πολλά».  Μάλιστα, τα παιδιά έτρωγαν το βρασμένο συκώτι του χοίρου, γιορτάζοντας έτσι τη λεγόμενη «γουρνοχοιρά».

Σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας ήταν διαδεδομένα τα κοινά συμπόσια. Συνήθως γίνονταν στο σπίτι του πρεσβύτερου, από τον οποίο οι παρακαθήμενοι ζητούσαν συγνώμη πριν αρχίσουν το χορό και το φαΐ. Στην Πελοπόννησο, ανάμεσα στους πρεσβύτερους και στους συμποσιαστές γινόταν και ο τυπικός διάλογος: «Εφάγατε;», έλεγαν οι πρώτοι. «Εφάγαμε», απαντούσαν οι άλλοι. Και στη συνέχεια: «Εχορτάσατε;» - «Εχορτάσαμε». Ως κατακλείδα οι πρεσβύτεροι εύχονταν τρεις φορές: «Πάντα χορτασμένοι να είστε!».

Τις ημέρες της Αποκριάς αναβίωναν διάφορες προλήψεις και δεισιδαιμονίες, ψέλνονταν εύθυμα και πολλές φορές άσεμνα τραγούδια, γίνονταν εικονικές δίκες και επικρατούσε ένα γενικό ξεφάντωμα, μια γενική ευωχία. Στην Κεφαλονιά «το Γαϊτανάκι του Μάσκαρα» με προσωπίδες, κουδούνια και άλλες μασκαρίες, συνοδευόταν από σκορτσάμπουνο και άλλα όργανα με χορούς, πειρακτικές παρλάτες  και παράσταση (π.χ. με σκηνές από τον «Ερωτόκριτο» και υποκριτές τους κατοίκους των χωριών). Ανάλογη ήταν η Αποκριά σε όλα τα Επτάνησα, με συμποσιαστές όλους τους χωριανούς και κορυφαίο το «Ραβδούχο Ματζαδόρο ή Μπουλούμπαση», αγγελιοφόρο της πομπής των μασκαρεμένων. Η Ζάκυνθος εμπλούτισε την Αποκριά με μεγάλη αυτοσχέδια προφορική παράδοση των τοπικών θεατρικών δρώμενων, των λεγόμενων Ζακυνθινών ομιλιών. Η Μυτιλήνη είχε τη δική της μεγάλη παράδοση με τις μουτσούνες, τους κουδουνάτους θιάσους που ελευθεροστομούσαν, αλλά έπαιζαν και σκηνές του «Ερωτόκριτου», της «Θυσίας του Αβραάμ» και άλλων δραμάτων.

Με τις γιορτές αυτές εξασφαλίζονταν κατά κάποιο τρόπο η δυνατότητα της υπέρβασης των κοινωνικών διακρίσεων και προσφερόταν η ευκαιρία της πηγαίας και αδέσμευτης από τις κοινωνικές συμβάσεις έκφρασης  των υποσυνείδητων επιθυμιών, η πραγματοποίηση μιας αμεσότερης και αυθεντικότερης επαφής ανάμεσα στα μέλη της κοινωνικής ομάδας.

Στις μέρες μας από τα μεγαλύτερα κέντρα τέτοιου ξεφαντώματος είναι η Πάτρα με το περιβόητο «Πατρινό Καρναβάλι», που έχει τις ρίζες του στις αρχές του 19ου αιώνα. Πρόκειται για το μεγαλύτερο καρναβάλι της Ελλάδας με διάρκεια δύο μηνών όπου και τη τελευταία Κυριακή της αποκριάς γίνεται παρέλαση αρμάτων με επικεφαλής το ομοίωμα του θεού της αποκριάς του «Καρνάβαλου» και ακολουθία διάφορων άλλων έξυπνων μασκαρεμάτων, με τη συμμετοχή χιλιάδων καρναβαλιστών και πλήθους επισκεπτών. Ακολουθεί η Ξάνθη με το ξακουστό πλέον «Ξανθιώτικο Καρναβάλι», που γίνεται πόλος έλξης αφού έχει το μεγαλύτερο καρναβάλι των Βαλκανίων με πολλά λαογραφικά στοιχεία.  Στη συνέχεια η Θήβα με τον περίφημο «Βλάχικο Γάμο» της, που αρχίζει από την Τσικνοπέμπτη και αποτελείται από το προξενιό, το γάμο δυο νέων και τελειώνει με την πορεία των προικιών της νύφης και το γλέντι των συμπεθέρων. Έπειτα στην Κοζάνη γίνεται «το Έθιμο του Φανού», κατά το οποίο φωτιές και υπαίθρια γλέντια στήνονται σε διάφορες γειτονιές της πόλης. Παράλληλα, ένα από τα πιο φημισμένα παραδοσιακά καρναβάλια στον ελλαδικό χώρο είναι αυτό της Νάουσας Ημαθίας, με τις περιβόητες «Μπούλες». Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και πιθανότατα έχει σχέση με τελετές φυλετικής μύησης όπως η τελετή ενηλικίωσης κατά την οποία ο νέος, ντυμένος με γυναικεία ρούχα και οδηγούμενος από ανύπανδρους άντρες της φυλής, θα μυηθεί με τη σειρά του στα μυστικά της, θα αποβάλλει τη γυναικεία ενδυμασία και θα μεταμορφωθεί σε άνδρα. Σήμερα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στη μακραίωνη ιστορία του το έθιμο μεταπλάθει και παράλληλα ενσωματώνει στα επί μέρους στοιχεία του, την τοπική παράδοση, τους μύθους, τους θρύλους, τα τραγούδια και τους ηρωικούς αγώνες της Νάουσας. Γενικότερα, σε όλη την Ελλάδα, άνθρωποι μεταμφιεσμένοι, μικροί και μεγάλοι, γυρνούν στους δρόμους, μπαίνουν στα κέντρα, πίνουν, χορεύουν, πειράζονται και γλεντούν.

Τέλος, σήμερα, πέρα από τα έθιμα και τις παραδόσεις, το φετινό Ελληνικό Καρναβάλι έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μασκαράτα όλων των εποχών. Το θερμόμετρο της αντοχής και της ανοχής χτύπησε κόκκινο. Οι μάσκες λιώνουν. Το πολιτικό σύστημα, το δημόσιο γίγνεσθαι και οι θεσμοί καταρρέουν. Πίστη, εμπιστοσύνη, όραμα… Αστείες Λέξεις - Ανύπαρκτες Έννοιες. Δεν υπάρχουν Ηγέτες. Μόνο ένας λαός, εγκαταλελειμμένος καρναβαλιστής, που παραδέρνει στην αιθαλομίχλη. Να και κάποιοι τολμηροί! Παίζουν το σκετς της «Ανάπτυξης»… Δικαίωμα σε μια Καλή και Μακρότερη Ζωή!

Σίσσυ Σιγιουλτζή-Ρουκά 
HMKTG DMCULCOM CONS - WRIT
το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε 12/03/2013 στο www.neopolis.gr

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης 2013


Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, η Λέσχη Ανάγνωσης του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διοργάνωσε προεόρτιο μίνι μαραθώνιο ποιητικών αναγνώσεων και προσκάλεσε το φίλα προσκείμενο κοινό της Θεσσαλονίκης, φοιτητές και μη, να διαβάσει δημόσια το αγαπημένο του ποίημα, την Τετάρτη 20 Μαρτίου, ώρα 19.00-22.00, στην αίθουσα διδασκαλίας 4α, επί της οδού Εγνατία 46, στον 4ο όροφο. Η εκδήλωση είχε μεγάλη επιτυχία, διαβάστηκαν δημόσια πολλά αξιόλογα ποιήματα με χαρισματική απαγγελία και ακολούθησε γόνιμη συζήτηση. Συγχαρητήρια αξίζουν στην ψυχή της εκδήλωσης, την κυρία Ζωή Βερβεροπούλου, καθηγήτρια του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ, η οποία είναι η υπεύθυνη της συγκεκριμένης Λέσχης Ανάγνωσης. 

Συμμετείχα κι εγώ η ίδια σε αυτή τη συγκινητική πρωτοβουλία και με ιδιαίτερη τιμή αφιερώνω σε όλους όσους λατρεύουν τη ντομπροσύνη και αγαπούν τους ήχους των λέξεων, το ποίημα μου από τη σελίδα 115 του βιβλίου μου «Λόγια Γυμνά», ISBN: 978-960-99317-4-8, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θερμαϊκός (2012: 2η έκδοση, 2010: 1η έκδοση) και διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία Ιανός.

Γελοίες Αγκαλιές

Του έρωτα το πρόσωπο φοβήθηκα.
Στο παρελθόν αρνήθηκα γελοίες αγκαλιές,
Λόρδους, υποκριτές, λούστρους επιφανειακούς,
Δίχως πετσί και νου,
Πρόσωπα ψεύτικα, φτιαχτά,
Μαστουρωμένα στη φτωχή μαγκιά.
Τύπους τάχα μοιραίους, τρανταχτούς,
Μα τιποτένιους, τεχνητούς.
Λούσα, ανέσεις και ατού,
Να τα φοράς,
Όχι να σε φορούν!

21 Μαρτίου 2013: Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης.

"Ποίηση είναι η έκφραση του ωραίου, διαμέσου λέξεων περίτεχνα υφασμένων μεταξύ τους"(Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Αργεντινός Συγγραφέας).

Μάρτιος, μήνας μελωδός της ποίησης, του στοχασμού και της ελεύθερης έκφρασης… μια ποίηση που τολμά να μιλά με ειλικρίνεια… λόγια αυθεντικά… συναισθήματα μοναδικά… 

Σίσσυ Σιγιουλτζή-Ρουκά 
HMKTG DMCULCOM CONS - WRIT

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

ΜΙΛΑΩ ΕΛΛΗΝΙΚΑ!


Όλα καλά κι όλα ωραία! Να ντύνομαι, να τρώω, να κάνω τουρισμό. Ποιος δεν το θέλει; Πράγματα και ανάγκες που κοστίζουν και που πρέπει να πληρώσω, δηλαδή να έχω λεφτά και άρα δουλειά για να μπορώ να τα αποκτήσω. Κι αν είναι Ελληνικά, ακόμα καλύτερα! Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι και μπαλωμένο… Ξεχνώ όμως αυτό που δεν κοστίζει σε  χρήμα, το σπουδαιότερο από όλα, τη βάση για να είμαι σε θέση να εκτιμήσω όλα τα άλλα: την Ελληνική μου Γλώσσα. Αυτή την οποία υπηρετεί η Ελληνική Δωρεάν Παιδεία και Εκπαίδευση, τα σχολεία μας, τα πανεπιστήμια μας. Η γλώσσα της γης μας, των προγόνων μας, του λαού μας. Κάποτε οι έννοιες Ελλάδα, Έλληνες, Ελληνική Γλώσσα, Ορθοδοξία, Ελληνική Σημαία, Εθνικός Ύμνος, Δημοκρατία, Ελευθερία ήταν ένα και το αυτό, περήφανες, είχαν νόημα και σημασία. Σήμερα, στο βωμό της παγκοσμιοποίησης, πασχίζουμε όλοι να γίνουμε πολίτες του κόσμου με κάθε αντάλλαγμα. Κι όμως, η αρμονία βρίσκεται στη διαφορετικότητα, στο να συνυπάρχουν στη γη φυλές, λαοί, έθνη, χώρες, πατρίδες, γλώσσες, θρησκείες, κουλτούρες, άνθρωποι που ζουν και προοδεύουν με αλληλοσεβασμό, ειρήνη, συνεργασία, τιμώντας τις ρίζες, τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμά τους. Αυτός είναι ο πλούτος των λαών, αξίζει να τον ζεις, να τον διαβάζεις, να τον θαυμάζεις, να τον εκτιμάς. Μέσα από την μαγική αυτή ποικιλία, τρέφεται η ελεύθερη έκφραση  και  καλλιεργείται η κριτική αντίληψη.  

Εδώ και χρόνια, στην Ελλάδα μας, είναι της μόδας, πριν ακόμα τα παιδιά μας αποκτήσουν ένα βασικό, ορθό λεξιλόγιο στα Ελληνικά (προφορικός και  γραπτός λόγος), να τα στέλνουμε να μάθουν ξένες γλώσσες. Φροντιστήρια, ιδιαίτερα, εξετάσεις, πτυχία.... Πόσοι Έλληνες γονείς δείχνουν τον ίδιο ζήλο στο να μάθουν τα παιδιά τους τη μητρική τους γλώσσα, την Ελληνική; Να μάθουν να μιλούν, να γράφουν, να σκέπτονται, να ζουν, να εκτιμούν ΕΛΛΗΝΙΚΑ;

Είναι της μόδας κι ένα άλλο φαινόμενο, στο  οποίο και πάλι εμείς, εδώ στην Ελλάδα, είμαστε πρωτοπόροι. Έχουμε εκλεκτούς Έλληνες κλασσικούς, διακεκριμένους αλλά και σύγχρονους σημαντικούς και ικανούς συγγραφείς, λογοτέχνες, ποιητές τους οποίους απαξιούμε να διαβάσουμε, να εκδώσουμε, αλλά και να προβάλλουμε στο εξωτερικό. Αντιθέτως, με μανία διαβάζουμε ξένους συγγραφείς σε μετάφραση, κάνουμε ήρωες στη χώρα μας ξένους συγγραφείς που στην ίδια τους την πατρίδα θεωρούνται ανεπαρκείς και πάει λέγοντας… να μην αναφερθώ σε έλληνες σκηνοθέτες, καλλιτέχνες κ.ο.κ. Η τρέλα και η ξενομανία μας δεν έχει όρια!

Με αφορμή την οικονομική συγκυρία που μας περιβάλλει και την κρίση που έχει επέλθει στα νοικοκυριά μας,  είναι ευκαιρία να αντικρίσουμε κατάματα και την άλλη κρίση, αυτή που εδώ και χρόνια έχει ξετινάξει τις αξίες, τα κειμήλια και τις παραδόσεις μας. Ίσως τελικά, έστω και αργά καταλάβουμε ότι εμείς φταίμε που φτάσαμε ως εδώ, γιατί εμείς εγκαταλείψαμε τη γλώσσα, την ιστορία και τον πολιτισμό μας. Ας εκμεταλλευτούμε τις μέρες αυτές, που η ανέχεια και η εγκράτεια μας θέλει να ζούμε περιορισμένα, ας γραφτούμε σε κάποια δημοτική βιβλιοθήκη, ας δανειστούμε βιβλία, και ας καθίσουμε στο σπίτι με ζήλο, δίπλα στο παράθυρο, να διαβάσουμε ΕΛΛΗΝΙΚΑ για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας… Μιλάω, διαβάζω, ακούω, σκέφτομαι, επικοινωνώ, ζω και αγωνίζομαι ΕΛΛΗΝΙΚΑ!

Κλείνοντας, σας αφήνω να σκεφθείτε πάνω σε ένα κείμενο που βρήκα στο διαδίκτυο, σχετικά με τη σημασία της γλώσσας στην επιβίωση ενός λαού. Αξίζει να το διαβάσει ο καθένας με τη γλώσσα, τα μάτια και τ’ αυτιά του, να σταθεί, να σκεφθεί, με πολλά να συμφωνήσει, μ’ άλλα να διαφωνήσει, μα στο τέλος να καταλήξει παραδεχόμενος ότι η γλώσσα είναι παράγων και φορέας πολιτισμού. Κι εμείς οι Έλληνες, τύχη μεγάλη, είμαστε προικισμένοι με τη γλώσσα των γλωσσών, την μητρική των σύγχρονων και των παλαιών!

«Πρόσεξε, αγαπητό μου τέκνο, τη γλώσσα όπως την πατρίδα σου. Μια λέξη μπορεί να χαθεί, όπως μια πόλη, όπως η χώρα, όπως η ψυχή. Τι γίνεται όμως όταν ο λαός χάνει τη γλώσσα, τη χώρα, την ψυχή του; 

Μην πιάνεις ξένη λέξη στο στόμα σου. Αν πιάσεις ξένη λέξη στο στόμα σου, να ξέρεις ότι δεν την κατέκτησες, αλλά ότι αποξενώθηκες από τον εαυτό σου. Καλύτερα είναι για σένα να χάσεις τη μεγαλύτερη και την ισχυρότερη πόλη της χώρας σου, παρά την πιο μικρή και την πιο άγνωστη λέξη της γλώσσας σου. 

Οι χώρες και τα κράτη δεν κατακτώνται μόνο με τα σπαθιά, αλλά και με τις γλώσσες. Να ξέρεις ότι ο εχθρός σ’ έχει τόσο περισσότερο κυριεύσει και κατακτήσει, όσο σου έχει σβήσει τις λέξεις και τις έχει εξαφανίσει.

Ένας λαός που έχει χάσει τις λέξεις του παύει να είναι λαός.

Υπάρχει, τέκνο μου, μια αρρώστια που ενσκήπτει στη γλώσσα, όπως μια επιδημία στο σώμα. Θυμάμαι τέτοιες επιδημίες και εφιάλτες της γλώσσας. Αυτό συμβαίνει συχνότατα στα χείλη του λαού, στις επαφές ενός λαού μ’ έναν άλλον, εκεί όπου η γλώσσα ενός λαού σβήνει εξ αιτίας της γλώσσας ενός άλλου λαού.

Δύο λαοί, αγαπημένε μου, μπορούν να υπάρχουν και να ζουν εν ειρήνη. Δύο γλώσσες όμως δεν μπορούν ποτέ να ειρηνεύσουν. Δύο λαοί μπορούν να ζήσουν με τη μεγαλύτερη ειρήνη και αγάπη, αλλά οι γλώσσες τους μόνο να μάχονται μεταξύ τους μπορούν. Όποτε δύο γλώσσες συναντώνται και αναμειγνύονται, είναι σαν δυο στρατοί σε μάχη ζωής και θανάτου. Όσο σ’ αυτήν τη μάχη ακούγεται και η μία και η άλλη γλώσσα, η μάχη είναι ισόπαλη. Όταν αρχίζει όλο και περισσότερο και όλο πιο δυνατά ν’ ακούγεται μία από τις δύο, αυτή θα υπερισχύσει. Τελικά ακούγεται μόνο μία. Η μάχη έχει ολοκληρωθεί. Έχει εξαφανιστεί μια γλώσσα, έχει εξαφανιστεί ένας λαός. 

Μάθε, παιδί μου, ότι αυτή η μάχη ανάμεσα στις γλώσσες δεν διαρκεί μία μέρα ή δύο, όπως η μάχη ανάμεσα στους στρατούς, ούτε μία ή δύο χρονιές, όπως ο πόλεμος ανάμεσα στους λαούς, αλλά έναν αιώνα ή δύο, και ότι για τη γλώσσα είναι το ίδιο ένα μικρό μέτρο χρόνου, όπως για τον άνθρωπο μία ή δύο στιγμές. Γι’ αυτό, τέκνο μου, είναι καλύτερα να χάσεις όλες τις μάχες και τους πολέμους, παρά να χάσεις τη γλώσσα σου. Μετά από μια χαμένη γλώσσα δεν υπάρχει λαός.

Ο άνθρωπος μαθαίνει τη γλώσσα του σε μια χρονιά. Δεν την ξεχνάει όσο είναι ζωντανός. Ο λαός δεν την ξεχνάει όσο υπάρχει. Την ξένη γλώσσα ο άνθρωπος τη μαθαίνει επίσης σε μια χρονιά. Τόσο του επιτρέπεται ν’ απαρνηθεί τη γλώσσα του και  ν’ αρπάξει την ξένη. Αγαπητό μου τέκνο, αυτό είναι τούτη η επιδημία και η καταστροφή της γλώσσας, όταν ένας-ένας οι άνθρωποι αρχίζουν ν’ απαρνούνται τη γλώσσα τους και ν’ αρπάζουν την ξένη, είτε τους είναι για καλύτερο, είτε εφιάλτης.

Κι εγώ, τέκνο μου, μεταχειρίστηκα στις εκστρατείες μου τη γλώσσα σαν το πιο επικίνδυνο όπλο. Κι εγώ άφησα επιδημίες κι εφιάλτες στις γλώσσες τους μπροστά από […….; λέξη δυσανάγνωστη στο χειρόγραφο] μου. Κατά τις πολιορκίες και πολύ μετά έστειλα τσομπάνηδες, χωριάτες, τεχνίτες και νομάδες να πλημμυρίσουν τις πόλεις και τα χωριά τους σαν υπηρέτες, δούλοι, έμποροι, ληστές, πόρνοι και πόρνες. Οι πολέμαρχοί μου και οι […….; λέξη δυσανάγνωστη στο χειρόγραφο] έφτασαν στο μισό της κατακτημένης χώρας και των πόλεων. Περισσότερο κατέκτησα τα βασίλεια με τη γλώσσα παρά με το ξίφος.

Πρόσεξε, τέκνο μου, τους αλλόγλωσσους. Έρχονται απαρατήρητοι, δεν ξέρεις πότε και πώς. Σου υποκλίνονται και σου κρύβονται σε κάθε βήμα. Κι επειδή δεν ξέρουν τη γλώσσα σου, σε κολακεύουν και σε καλοπιάνουν, όπως το κάνουν τα σκυλιά. Ποτέ μ’ αυτούς δεν ξέρεις τι σκέφτονται, ούτε μπορείς να ξέρεις, διότι συνήθως σιωπούν. Αυτοί είναι που έρχονται πρώτοι να ανιχνεύσουν πώς είναι η κατάσταση και προδίδουν στους άλλους, και να τους μπροστά σου να έρπουν μέσ’ στη νύχτα σε αδιάσπαστες σειρές, σα μυρμήγκια όταν βρίσκουν τροφή. Μια μέρα ξημερώνεις περικυκλωμένος από ένα σωρό αλλόγλωσσους απ’ όλες τις πλευρές.

Γίνονται όλο πιο θορυβώδεις κι εκκωφαντικοί. Τώρα δεν παρακαλούν πια, ούτε ζητιανεύουν, αλλά απαιτούν και αρπάζουν. Κι εσύ μένεις στη δική σου χώρα, που είναι όμως πια ξένη. Δεν έχεις άλλη λύση από το να τους διώξεις ή να φύγεις, ό,τι σου φαίνεται πιο εφικτό.

Σε μια χώρα που την κατακτούν έτσι οι αλλόγλωσσοι, δεν πρέπει να στείλει κανείς στρατό. Ο στρατός τους φτάνει εκεί να πάρει ό,τι κατέκτησε ήδη η γλώσσα.

 Η γλώσσα είναι, τέκνο μου, ισχυρότερη από οποιαδήποτε έπαλξη. Όταν οι εχθροί σού γκρεμίζουν όλες τις επάλξεις και τα κάστρα, εσύ μην απελπίζεσαι, αλλά κοίτα και άκου τι γίνεται με τη γλώσσα. Αν η γλώσσα έχει παραμείνει ανέπαφη, μη φοβάσαι. Στείλε κατασκόπους και εμπόρους να πάνε βαθειά μέσ’ στα χωριά και τις πόλεις και ν’ ακούνε. Εκεί όπου αντηχεί η λέξη μας, εκεί όπου ακόμη ο λόγος και όπου ακόμη, σαν παλιό χρυσό νόμισμα, κυκλοφορεί η λέξη μας, μάθε, τέκνο μου, ανεπιφύλακτα ότι αυτό είναι ακόμη το κράτος μας, όποια και να ’ναι η κυβέρνησή του. Οι τσάροι αλλάζουν, τα κράτη καταρρέουν, αλλά η γλώσσα και ο λαός είναι αυτά που σου μένουν, κι έτσι το κατακτημένο μέρος της χώρας και του λαού αργά ή γρήγορα θα επιστρέψει πάλι στη γλωσσική του κοιτίδα και στον λαό των προγόνων του. 

Να θυμάσαι, τέκνο μου, ότι κάθε κατάκτηση και απώλεια δεν είναι τόσο επικίνδυνη για τον λαό, όσο είναι επικίνδυνη για τη γενιά. Αυτές μπορούν να βλάψουν μόνο μια γενιά, αλλά όχι ένα λαό. Ο λαός αντέχει περισσότερο στον χρόνο, τέκνο μου, από τη γενιά και από κάθε κράτος. Αργά ή γρήγορα ο λαός θα ενωθεί, όπως το νερό, μόλις το χωρίζουν τα φράγματα που το διασπούν. Και η γλώσσα, τέκνο μου, η γλώσσα είναι τούτο το νερό, πάντοτε ίδιο και από τις δυο πλευρές του φράγματος, που -σα γαλήνια και ισχυρή δύναμη που διαβρώνει τα φράγματα- θα ενώσει πάλι τον λαό σε μια πατριά και ένα κράτος.» 1

1. Το ανωτέρω ιστορικό κείμενο, λέγεται ότι άφησε στο γιο του Σάββα, ως διδακτική παρακαταθήκη, ο Άγιος Συμεών o Χιλανδαρινός (ο Μυροβλήτης, κοσμικό όνομα  Στέφανος Νεμάνια, 1113 - 1199), μέγας Ζουπάνος της Ράσκας (Μεσαιωνική Σερβία), δημιουργός ισχυρού μεσαιωνικού Σερβικού κράτους και ιδρυτής της μεγάλης δυναστείας των Νεανίδων. Θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς Σέρβους ηγεμόνες και μαζί με το γιο του Σάββα είναι θεμελιωτής της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η περίοδος της ηγεμονίας του θεωρείται η σημαντικότερη για την ιστορία και τον πολιτισμό των Σέρβων.

Σίσσυ Σιγιουλτζή-Ρουκά
HMKTG DMCULCOM CONS - WRIT

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε  26/02/2013 στο www.neopolis.gr

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

"Λόγια Γυμνά" Με Πνοή Γυναίκας στη Βοστώνη!

-Stella Saih: Αύριο Τετάρτη, 13 Μαρτίου, 10:00 π.μ. (4:00 μ.μ. Ελλάδος), συντονιστείτε μαζί μας στο 1550 WΝΤΝ ή στο διαδίκτυο στη διεύθυνση www.grecianechoes.com / www.wntn.com!!! 

Listen to the Greek Women's Radio Show "Me Pnoi Gynaikas" on March 13 at 10:00 am  n www.grecianechoes.com /www.wntn.com. «Λόγια Γυμνά», όμορφα, ζουμερά, από καρδιάς, βαθυστόχαστα, αλλά και σκανδαλιστικά θα ακούσουμε από την συγγραφέα του ομώνυμου βιβλίου κ. Σίσσυ Σιγιουλτζή – Ρουκά (Sissy Sigioultzi Roukas). 

Η κ. Σιγιουλτζή – Ρουκά είναι μια δυναμική Θεσσαλονικιά που μαγεύει όσους την γνωρίζουν με την προσωπικότητά της, τις γνώσεις της, και την ευφράδεια της. Η κ. Σιγιουλτζή – Ρουκά είναι σύμβουλος σε θέματα health marketing, και digital media culture and communication, και υποψήφια διδακτορικού σε cyber culture & communication μεταξύ πολλών άλλων δραστηριοτήτων. Θα έχουμε την τιμή και την χαρά να μιλήσουμε ζωντανά τηλεφωνικά μαζί της από Θεσσαλονίκη την Τετάρτη, 13 Μαρτίου, 10:00 π.μ. (4:00 μ.μ. Ελλάδος). Συντονιστείτε μαζί μας στο 1550 WΝΤΝ ή στο διαδίκτυο στη διεύθυνση www.grecianechoes.com / www.wntn.com!!! 

-Sissy Sigioultzi-Rouka: Σας περιμένουμε όλους και όλες σε μια ραδιοφωνική συνάντηση με μπρίο, τσαχπινιά, θηλυκότητα και μεράκι, φτιαγμένη γλυκά από τα δυναμικά χέρια της δικής μας Θεσσαλονικιάς δημοσιογράφου Stella Saih! Με Πνοή Γυναίκας λοιπόν!

-Stella Saih: Αγαπητές φίλες και φίλοι, και μόνο διαβάζοντας το ανωτέρω σχόλιο της Σίσσυς, παίρνετε μια γαργαλιστική γεύση για το περιεχόμενο της κουβέντας μου μαζί της και για την χειμαρρώδη έκφραση λόγου της! Πάμε για απογείωση!!!

Λόγια Γυμνά στον αέρα της Βοστώνης! Η Στέλλα και η Σίσσυ σας περιμένουν ;) 

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Ποιος Φταίει;


Η σύγχρονη Ελληνική παιδεία;  Η δεδομένη ελευθερία στα μη καλλιεργημένα «χέρια» μαλακών ανθρώπων;  Οι ανιστόρητοι;  Το κράμα νεοελλήνων δίχως κριτική σκέψη, μεράκι, μπέσα και φιλότιμο; Οι οκνηροί που δεν τολμούν να σηκώσουν τα μανίκια, να ιδρώσουν, να δουλέψουν; Αυτοί που με την έλευση τους δημιουργούν κουρνιαχτό και κρύβονται στην ομίχλη της απραξίας τους, βολεμένοι σε πολυτελείς καρέκλες και τραπέζια, με μοναδικό σκοπό, μέχρι να τους ξεσκεπάσουν, να τους εκθρονίσουν, να «φάνε» τον αγλέορα με χρυσά σερβίτσια, προσφέροντας ως έργο, για τα μάτια του τυφλού κόσμου, ένα πρόστυχο τίποτα, μια παραπλανητική βιτρίνα; Όσοι δεν διστάζουν να πουλήσουν πατρίδα, έθνος, μάνα και θυγατέρα προκειμένου να τέρψουν εν ζωή τα λαρύγγια τους;  Ή όλοι εμείς που απομυθοποιήσαμε κάθε αγώνα, που αδιαφορούμε για το τι γίνεται γύρω μας, που κλειδώσαμε στο σεντούκι των αναμνήσεων την αγάπη για δημιουργία, την λαχτάρα για προσφορά, την ικανοποίηση της ευγενούς φιλανθρωπίας και μαζί με αυτά, το όνειρο, το όραμα, τον στόχο, τη φιλοδοξία για έργα άριστα, ιδανικά, ιερά και όσια;

Ακούω με συγκίνηση τη γιαγιά μου, βέρα Θεσσαλονικιά, να διηγείται με λαχτάρα εκείνα τα χρόνια, τα παλιά, που η Λυρική Σκηνή της πόλης φιλοξενούσε κλασσικά αριστουργήματα, καλλιτεχνικά θεάματα υψηλών προδιαγραφών, έργα μεγάλου βεληνεκούς, προσφέροντας στους πολίτες την ευκαιρία να εξοικειωθούν με  την ανώτερη διανόηση. Ποιότητα, τέχνη, παιδεία, παραδειγματισμός, κριτική αντίληψη, καλλίστη συμπεριφορά, ζωή κοσμιωτάτη… Μυθικοί ηθοποιοί, θεατρίνοι θεϊκοί της εποχής, έδιναν το παρόν στη συμπρωτεύουσα μαγεύοντας το κοινό. Οι φανατικοί θεατές των ημερών εκείνων, με την έναρξη της σεζόν,  έκαναν προκράτηση εισιτηρίων για όλες τις παραστάσεις του έτους. Κάθε παράσταση ήταν γιορτή για την πόλη. Αυτή η αψεγάδιαστη αγάπη των πολιτών, των καλλιτεχνών, των διοικούντων και τον κυβερνώντων χάρισε στη Θεσσαλονίκη το Βασιλικό Θέατρο, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και στα νεότερα χρόνια τη Μονή Λαζαριστών.

Σήμερα όμως, εδώ και κάποια χρόνια, κοντά δεκαετία, τι γίνεται; Τα ίδια και τα ίδια; Ψίχουλα και ξεροκόμματα. Κάτι άλλαξε; Γιατί; Μήπως αλλάξαμε εμείς; Μήπως κάποιοι μας ξέχασαν; Μας ξεγέλασαν; Μήπως σε ορισμένους συμφέρει αυτή η κατάσταση; Πόσοι από τους πολίτες της Θεσσαλονίκης είναι γνώστες της ιστορίας και των εξορισμού έργων – λειτούργημα του ΚΘΒΕ (βλπ. ανώτερη δραματική σχολή – δωρεάν φοίτηση); Διαβάζει κανείς ότι πρόκειται για Αστικές Μη Κερδοσκοπικές Εταιρίες υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού και αναρωτιέται εάν σφάλλουν οι διαχειριστές, το ΔΣ, οι πρωτεργάτες και οι υπάλληλοι της ΑΜΚΕ με το καθημερινό τους έργο και τις αποφάσεις που παίρνουν,  ή το ίδιο το Υπουργείο που εποπτεύει, ελέγχει και πιστοποιεί; Μάλλον είναι σαν τον έρωτα και το γάμο… You can't have one without the other”, όπως τραγουδάει και ο Frank SinatraΣίγουρα όμως ο μαέστρος είναι αυτός που δίνει το καλό παράδειγμα και ευθύνεται για την ποιότητα της ορχήστρας.

Έζησα κι εγώ η ίδια τις παλιές καλές μέρες, δόξες περασμένες, ούσα μαθήτρια και φοιτήτρια. Θρυλικές παραστάσεις. Φροντισμένες αίθουσες. Περιποιημένα κτίρια. Αλάνθαστα ηχητικά συστήματα. Βεστιάρια, καπελιέρες. «Comme il faut» κυλικεία. Προσέλευση. Επιτυχία. Πρόλαβα! Ναι, πρόλαβα, γιατί σήμερα τα υπέροχα αυτά κτίρια διαμάντια, με τις θεατρικές αίθουσες κλασσικής αξίας, τα περίτεχνα μάρμαρα, τις ζεστές ατόφιες ξύλινες επιφάνειες, τις βελουδένιες πολυθρόνες, την ορθή διαρρύθμιση (κατά μήκος, πλάτος και ύψος), την προσεγμένη οπτική και ηχητική δυνατότητα, το ιστορικό αρχείο, τις βιτρίνες με τα υπέροχα κοστούμια, στέκουν παραπονεμένα, λες και μια βαθειά πληγή δε λέει να γιάνει… πεσμένο ηθικό, χαμηλό προφίλ, ελάχιστες προωθητικές ενέργειες, ανύπαρκτες υποστηρικτικές δράσεις, εκλογικευμένες τιμές στα εισιτήρια, 5€ ανέργων, 10€ φοιτητικό (μήπως 8€;), 15 κανονικό (μήπως 12€;), καλλιτεχνική στενότητα, περιορισμένα έργα, άλλες σκηνές υπολειτουργούν, άλλες κλείνουν ερμητικά, παράφωνα ηχητικά συστήματα, βουβά πωλητήρια, νεκρά βεστιάρια, κλειδωμένα κυλικεία, μαύροι και άραχνοι, τρομακτικοί, αυτόματοι πωλητές πρόχειρων snack, μη επικαιροποιημένες ιστοσελίδες, άδεια καθίσματα…

Ευτυχώς υπάρχουν ακόμα οι εναπομείναντες γλυκείς άνθρωποι του θεάτρου, οι γενναιόδωροι ηθοποιοί στο σανίδι και αυτά τα νέα παιδιά με την ευγένεια και το χαμόγελο που στελεχώνουν τα εκδοτήρια εισιτηρίων, τον έλεγχο, το πρόγραμμα της παράστασης και την ταξιθεσία. Αυτό το νέο αίμα είναι που δίνει μια ελπίδα, ανάσα για τα μελλούμενα!  Στο χέρι μας είναι να αλλάξουμε τα πράγματα μια για πάντα! (Όσο έχουμε ακόμα το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι ) Από τον κάτοικο του πιο απομακρυσμένου χωριού, τον πρωτευουσιάνο, τον πιο φτωχό πολίτη, τον πλούσιο, το δάσκαλο, τον αστυνόμο, τον παπά, τον ταχυδρόμο, το δικηγόρο, το γιατρό, τον έμπορο, τον εργάτη, τον υπάλληλο, τον επιχειρηματία, το φοιτητή μέχρι και τον πιο διαβρωμένο πολιτικό! Αλλαγή στάσης και συμπεριφοράς τώρα!!! Τίποτα δεν πρέπει να αφήσουμε στην τύχη και στην κακή εκμετάλλευση. Θεσσαλονίκη, πόλη φωτός, αχτίδα πολιτισμού!

Σίσσυ Σιγιουλτζή-Ρουκά
Company Executive – Συγγραφέας

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε 18/02/2013 στο www.neopolis.gr