Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Φίλος Έρωτας...


Κατά τις αρχές του 1900, οι άνθρωποι συνέρρεαν στις δημοφιλές παραλίες για κολύμπι και παιχνίδι.   Μια διασκέδαση οικονομική και υγιεινή!  Οι άνδρες φορούσαν «κοστούμια κολύμβησης», τα οποία ήταν κάτι ανάμεσα σε πυτζάμα και εσώρουχο. Οι γυναίκες φορούσαν «ποδιές κολύμβησης». Ήταν  ντυμένες στα μαύρα ως  το γόνατο, με φορέματα αρχικά από μαλλί, με διογκωμένο-μανίκι, τα οποία συχνά διέθεταν ένα κολάρο ναύτη, και φοριούνταν πάνω από τα εσώρουχα, στολισμένα με κορδέλες και φιόγκους. Αυτά τα μαγιό ήταν συνήθως εξοπλισμένα με μακριές, μαύρες, μάλλινες ή αργότερα μεταξωτές κάλτσες, δαντελένιες καλτσοδέτες, ώστε οι γυναίκες να μην δείχνουν τα πόδια τους γυμνά. Το όλο στυλ συμπλήρωναν, κολυμβητικές παντόφλες ή δερμάτινα σανδάλια, καθώς και φανταχτερά καπέλα και ανοιχτόχρωμες ομπρέλες. Τα περισσότερα μαγιό περιλάμβαναν μπλούζα, βράκα και φούστα. Τα πιο χρησιμοποιούμενα υλικά ήταν μοχέρ και ταφτάς μεταξιού.  Το σημαντικό ήταν ότι αυτά τα φορέματα – μαγιό, δεν υπήρχε περίπτωση, αφενός να γίνουν διαφανή μόλις βραχούν (χάριν του υφάσματος) και αφετέρου να ανασηκωθούν από το νερό ή το κύμα, καθώς είχαν βάρη ραμμένα στα στριφώματα. 

Σήμερα, στη επίκαιρη και ελεύθερη πραγματικότητα, όλα αυτά φαντάζουν εφιάλτης…  Μόνο που η σύγχρονη μας Αλεξάνδρα πρόσφατα κατάφερε να δραπετεύσει από τον δικό της!  Ο πατέρας της, εύπορος γιατρός και η μητέρα της ταλαντούχα νοικοκυρά, κόρη παπά, παλαιών αρχών, παντρεύτηκαν από προξενιό σε μεγάλη ηλικία για τα δεδομένα της εποχής τους, σε αντίθεση με την δυναμική αδερφή του πατέρα της, η οποία από μικρή κατάφερε να ζήσει τον έρωτα με δόξα και τιμή κάπως έτσι…: «Καυτό καλοκαίρι… ο Λέανδρος ποθεί την Κορίνα… η Κορίνα έχει φτερουγίσματα στην καρδιά… οι γονείς της Κορίνας δεν σηκώνουν έρωτες και κουραφέξαλα… άρα κάτι πρέπει να γίνει … τα κορμιά τους δεν αντέχουν άλλο το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής … σχέδιο σε δράση: Με ρούχα απλά, καθημερινά, η Κορίνα βγαίνει βόλτα στην παραλία με την αγαπημένη της φίλη, τη Ρένα… εκεί σκοντάφτουν τυχαία πάνω στον Λέανδρο… Ποιος να το φανταζόταν! Ωραία παρέα! Απ’ την Ρινιώ και την Ρενιώ ποια να διαλέξεις; Την Ρινιώ την αγαπώ μα μ’ αρέσει και η Ρενιώ..!»

Όμως η μητέρα της Αλεξάνδρας ήταν από άλλη πάστα και έτσι τα πράγματα για αυτή και τον άντρα της κύλησαν διαφορετικά…  όμως στάθηκαν τυχεροί…. Κατάφεραν να αποκτήσουν τη μοναχοκόρη τους μετά από μεγάλες προσπάθειες. Έφτιαξαν μια οικογένεια Θεοσεβούμενη, με αυστηρές αρχές και πίστη στα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα. Στην αρχή για την Αλεξάνδρα όλα έμοιαζαν όμορφα και φυσιολογικά. Απορούσε που στο σχολείο όλοι τη ρωτούσαν εάν θα έρθει να την πάρει η γιαγιά ή ο παππούς της… ήταν τόσο έκδηλο το χάσμα των γενεών ανάμεσα σε εκείνη και τους γονείς  της;

Καθώς τα χρόνια περνούσαν, η Αλεξάνδρα άρχισε να καταλαβαίνει πως η ζωή της κάθε άλλο παρά φυσιολογική ήταν… Σπάνια της επέτρεπαν να κόψει, έστω ελάχιστα, τα μαλλιά της… Εκείνη η τεράστια, βαρετή πλεξίδα είχε φτάσει κάτω από τη μέση της… Θυμάται τα αναρίθμητα βράδια μπροστά στον καθρέφτη, στο δωμάτιο της, πριν κοιμηθεί, που κρυφά έκανε σκέρτσα με τα μαλλιά της και φανταζόταν το κάτι άλλο… Όλες οι συμμαθήτριές της φορούσαν παντελόνια, σορτς, μίνι φούστες… Λες και η δική της μητέρα αγνοούσε τη μόδα της εποχής, την υποχρέωνε να φορά πάντα φαρδιές φούστες, κάτω από το γόνατο, χοντρές κάλτσες, άκομψα παπούτσια… Όμως  η Αλεξάνδρα τί λαχτάρα είχε όταν αχόρταγα ξεφύλλιζε στο σχολείο τα περιοδικά μόδας που έφερναν οι φίλες της και άφηνε τον εαυτό της ελεύθερα να φαντάζεται μια διαφορετική εικόνα του εαυτού της…. Οι τρίχες στα πόδια, στα χέρια, στις μασχάλες, στο πρόσωπο της είχαν γίνει αφόρητες, αλλά οι γονείς της ούτε κουβέντα για αποτρίχωση… Αχ! Εκείνα τα βράδια στο δωμάτιο της με τον κρυμμένο αναπτήρα και το τσιμπιδάκι να προσπαθεί να κάψει κάθε ίχνος τους… Που κουβέντα για αρώματα, κρέμες, μακιγιάζ και συναφή θηλυκό εξοπλισμό…

Τι να πρωτοθυμηθεί..; Τις σχολικές εκδρομές στις οποίες δεν συμμετείχε ποτέ… τα πάρτι που στερήθηκε… την πενταήμερη που έχασε; Μόνη της παρηγοριά, κοινής δραστηριότητας με τους συμμαθητές της, ήταν ο εκκλησιασμός…. Με πόση αγωνία περίμενε εκείνη την άγια ημέρα! Δώδεκα ολόκληρα χρόνια στον μακρύ δρόμο από και προς την εκκλησία, ελεύθερη περιπατήτρια,  ζούσε κρυφά και αθόρυβα, με τη φαντασία της όλες τις μορφές του έρωτα, εμπνεόμενη από την εποχή και το περιβάλλον, ανάλογα με τον αυθορμητισμό της ηλικίας… Όταν η καρδιά θέλει, το μυαλό όλα τα μπορεί! 

Σε κάθε άλλη εξωσχολική δραστηριότητα, την συνόδευε υποχρεωτικά η μητέρα της. Η δικαιολογία της ήταν πάντα η ίδια: «Πρώτα πρέπει να μορφωθείς στα γράμματα, στον πολιτισμό, στις τέχνες, στη μαγειρική, στη φροντίδα του σπιτιού και της οικογένειας… όταν έρθει η ώρα της παντρειάς, τότε όλα θα βρουν το δρόμο τους και θα γευθείς κάθε θηλυκή απόλαυση… Ο πειρασμός διαλύει τον άνθρωπο όταν δεν είναι έτοιμος να τον δεχτεί… για όλα έχει ο Θεός… έννοια σου Αλεξάνδρα, θα έρθει η ώρα σου και με το παραπάνω… όλα γίνονται για το καλό σου…». 

Η Αλεξάνδρα δεν ήθελε να κακοκαρδίσει τους γονείς της… τους λάτρευε… όμως η ανήσυχη φύση της και η πλούσια φαντασία της … από μικρή την ωθούσαν σε άλλα όνειρα, διαφορετικές επιθυμίες και αχαλίνωτες προσδοκίες… έψαχνε μανιωδώς  να βρει λύση διαφυγής… Η ντελικάτη φύση της πνιγόταν μέσα στην οικογενειακή πανοπλία που της φορούσαν οι γονείς της… Σε όλα όσα ήθελαν οι γονείς της ήταν πρώτη… Σε όλα όσα ήθελε η ίδια, τελευταία! Δεν άντεχε άλλο! Ως πότε θα κρύβει τον έρωτά και τον πόθο της για ζωή; Ως πότε θα διαχειρίζονται άλλοι το κορμί και τις επιθυμίες της; 


Ένα πρωινό, η μητέρα της Αλεξάνδρας δεν ξύπνησε. Ο πατέρας της γνώριζε ότι κάποτε θα ερχόταν αυτή η στιγμή… χρόνια πολεμούσαν την ασθένεια δίχως να αφήσουν την παραμικρή υποψία στη μονάκριβή κορούλα τους… Πέρασε σχεδόν έναν χρόνος από τότε… Πλησίαζαν τα 20α γενέθλια της Αλεξάνδρας… φοιτήτρια ιατρικής πια… Ήταν απόγευμα όταν ο πατέρας της χαρούμενος της ανακοίνωσε ότι θα γιόρταζαν την ημέρα των γενεθλίων της σε κοσμικό εστιατόριο… της έδωσε αρκετά χρήματα για να αγοράσει φόρεμα, παπούτσια, τσάντα και ότι άλλο τραβούσε η ψυχή της, ώστε να προετοιμαστεί όπως η ίδια επιθυμούσε για να συνοδεύσει τον πατέρα της. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε συμβεί κάτι ανάλογο… όλα τα κανόνιζε η μητέρα της, όπως η ίδια έκρινε, δίχως να ρωτήσει τη γνώμη των άλλων… δούλα και κυρά!

Η ημέρα έφτασε. Μανικιούρ, πεντικιούρ, κομμωτήριο, κούρεμα, ανταύγειες, χτένισμα, αρώματα, κρέμες, μακιγιάζ, βραδινό φόρεμα, γόβες, αξεσουάρ… φίνα εμφάνιση…  Η Αλεξάνδρα ήταν αγνώριστη! Πόσα χρόνια λαχταρούσε αυτή τη στιγμή! Ποιος μπορούσε να φανταστεί ότι πίσω από την μουντή πανοπλία των 20 χρόνων κρυβόταν αυτό το λαμπερό αστέρι! Ο πατέρας της την κοιτούσε αποσβολωμένος… «Πόσο άδικο κόρη μου… άδικο για όλους…. να κρατάμε κλειδωμένη τόσα χρόνια αυτή τη χαρισματική σου ομορφιά! Συγχώρεσε μας, έστω τώρα… Από σήμερα η ζωή σου, σου ανήκει… εσύ ορίζεις τον εαυτό σου… εγώ, αν και γέρασα πια για τα καλά, θα είμαι εδώ, πλάι σου, φίλος και πατέρας, κοντά σου για ότι χρειαστείς… ο Θεός να μου χαρίζει χρόνια να σε καμαρώνω στις χαρές σου…»

Η Αλεξάνδρα σήμερα είναι 36 χρόνων, ιατρός, παντρεμένη από έρωτα και μητέρα 2 παιδιών… με τον άνδρα της ήταν συμμαθητές 12 ολόκληρα χρόνια… συναντήθηκαν τυχαία πριν από 4 χρόνια σε ένα reunion… άρχισε μεταξύ τους μια παράξενη φιλία που σύντομα έγινε πόθος, έρωτας, αγάπη…. Σήμερα τη μοιράζονται μαζί μας! Εμείς τους ευχόμαστε να είναι ευλογημένοι!

Sissy Sigioultzi-Rouka
Company Executive - Writer 

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε 24/07/2012 στο www.neopolis.gr